Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 1


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Α.      Ο Γ. Βιζυηνός γεννήθηκε και έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Βιζύη της Αν. Θράκης. Η επίδραση που άσκησε η γενέθλια γη στο διηγηματογράφο γίνεται σαφής κυρίως από τη γλώσσα των διαλογικών μερών του αποσπάσματος. Σε αυτά χρησιμοποιείται δημοτική γλώσσα, η οποία σε πολλά σημεία του διηγήματος διανθίζεται από το τοπικό θρακιώτικο ιδίωμα το οποίο γνώρισε κατά  την παιδική του ηλικία ο Βιζυηνός(«Γιατὶ, βλέπεις, τὸ 'πόνεσε ἡ καρδιά μου τὸ πολλακαμμένο»). Επιπλέον, η επιρροή γίνεται αντιληπτή και από την αναφορά του σε λαϊκές αντιλήψεις, όπως η αναφορά του στο τελετουργικό της επίκλησης της ψυχής του νεκρού πατέρα(«Ἡ ἀσθενὴς ἀνέπνεε βαρέως,…ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὔδατος./ «Ἐπέρασεν ἡ ψυχὴ τοῦ πατέρα σου!»).
            Χαρακτηριστική είναι και η επίδραση που άσκησε η φαναριώτικη εκπαίδευση στον Βιζυηνό. Ο Βιζυηνός το 1872 ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιεραπαστολική Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου και συνδέθηκε με σημαντικές προσωπικότητες των φαναριώτικων γραμμάτων. Η επιρροή του εμφανίζεται στη κυρίως διήγηση στην οποία χρησιμοποιείται η λόγια γλώσσα. Άλλη μία ένδειξη αυτής της επιρροής είναι η έντονη θρησκευτικότητα του Βιζυηνού, η οποία διακρίνεται σε όλο το έργο.
          Τέλος, χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου του Γ. Βιζυηνού είναι η αληθοφάνεια των χαρακτήρων και η διείσδυση στα μύχια της ψυχής των ηρώων του, απόρροια των σπουδών του στην Ψυχολογία και την Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Πρωταγωνιστές στα έργα του είναι κυρίως μέλη της οικογένειάς του. Ο Βιζυηνός καταφέρνει να καταγράψει συναισθήματα των ηρώων, τις βαθύτερες σκέψεις και τους σκοπούς τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αναφορά του στα συναισθήματα που βίωσε ο ίδιος από τη στιγμή που άκουσε την προσευχή της μητέρας στην εκκλησία(«παγερὰ φρικίασις διέτρεξε τὰ νεῦρα μου καὶ ἤρχησαν τὰ αὐτία μου νὰ βοΐζουν./Οἱ ὀδόντες μου συνεκρούοντο ὑπὸ τοῦ τρόμου, καὶ ἐγὼ ἔτρεχον, καὶ ἀκόμη ἔτρεχον»). Ο Βιζυηνός καταγράφει τη φρίκη και τον τρόμο που βίωσε, όταν άκουσε τη μητέρα του να προσφέρει κάποιο από τα άλλα της παιδιά για να παραμείνει ζωντανή η Αννιώ. Το «ενοχικό»  συναίσθημα που βιώνουν τα τόσο εκείνος όσο και η μητέρα του αποτελούν χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Ο ίδιος βιώνει μια εσωτερική σύγκρουση, διότι αγαπά την αδελφή του, αλλά για χάρη της στερείται την αγάπη της μητέρας, η οποία δεν του δίνει την προσοχή που ίδιος επιθυμεί. Η μητέρα, πάλι, δοκιμάζεται σε όλη της ζωή, αυτοτιμωρείται με τις υιοθεσίες, εξαιτίας του «ακούσιου» φόνου που διέπραξε(«Καθὼς τὸ λὲγ' ὁ λόγος, ξένο παιδί 'ναι παίδεψι. Μὰ γιὰ μένα ἡ παίδεψι αὐτὴ εἶναι παρηγοριὰ κ' ἐλαφροσύνη. Γιατὶ ὅσο περισσότερο τυρρανηθῶ καὶ χολοσκάσω, τόσο 'λιγώτερο θὰ μὲ παιδέψῃ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ παιδὶ 'ποὺ πλάκωσα»).

Β. Ο αφηγητή βιώνει το ενοχικό συναίσθημα, αφενός γιατί αγαπά την αδελφή του, αλλά τη θεωρεί υπεύθυνη για την έλλειψη προσοχής της μητέρας του προς αυτόν. Αφετέρου, σε ολόκληρη τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, ο αφηγητής προσπαθεί να καταλάβει την περίεργη συμπεριφορά της μητέρας του. Η νύχτα στην εκ­κλησία δρα καταλυτικά στην ψυχή του. Όλα στο χώρο της εκκλησίας τον τρο­μάζουν. Υποφέρει, λοιπόν, για χάρη της αγάπης της μητέρας του και παίρνει κουράγιο από την παρουσία της (Ὑπέφερον λοιπὸν καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας νύκτας τὰς φρικιάσεις ἐκείνας μετὰ ἀναγκαστικῆς στωικότητος καὶ ἐξετέλουν προθύμως τὰ καθήκοντά μου, προσπαθῶν νὰ καταστῶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρεστότερος).
Το δράμα του κορυφώνεται με την προσευχή της μητέρας, που τον προσφέρει στο Θεό ως αντάλλαγμα για τη ζωή της Αννιώς. Όλος ο κόσμος του ανατρέπεται και μένει μετέωρος στο κενό με τα δόντια του να χτυπούν από τον τρόμο («Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας... οι οδόντες μου συνεκρούοντο υπό του τρόμου, και εγώ έτρεχον, και ακόμη έτρεχον»). Η ψυχική δοκιμασία του αγοριού ξεπερνά τις δυνάμεις του. Όλες οι προσπάθειές του να ικανοποιήσει τη μητέρα πήγαν χαμένες, και νιώ­θει για άλλη μία φορά την απόρριψη.
Παρά την ταραχή και τη φρίκη που βίωσε, καταφέρνει να αυτοκυριαρχήσει και καταφεύγει σε συλλογισμούς που φανερώνουν την ευαισθησία και την ωριμότητά του. Τώρα πια είναι σε θέση να καταλάβει γιατί ο πατέρας του τον αποκαλούσε το «αδικημένο». Αισθάνεται απογοήτευση και πίκρα για το γεγονός και γυρίζει στο σπίτι συντετριμμένος. Βρίσκεται σε τραγική θέση γιατί δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά της μάνας του και καταλήγει στο συμπέρασμα πως δεν τον αγαπά και της είναι βάρος. Ξαπλώνει στο κρεβάτι του, αλλά είναι ανήσυχος. Σε λίγο γίνεται κοινωνός μίας παράξενης τελετής και, χωρίς να το καταλάβει, με λυγμούς παρακαλεί τον πατέρα του να πάρει εκείνον αντί για την αδελφή του. Με αυτό τον τρόπο δείχνει στη μητέρα του ότι άκουσε την προσευχή της και γνωρίζει την παράκλησή της. Σε αυτό το σημείο επεμβαίνει ο ώριμος αφηγητής για να εκφράσει την ενοχή του για το ξέσπασμά του.
Λίγο πιο κάτω, η εξομολόγηση της μητέρας θα τον αφήσει άναυδο. Το παρελθόν παρελαύνει μπροστά στα μάτια του και με ωριμότητα κρίνει τα γεγονό­τα. Λυπάται τη μάνα του που τράβηξε τόσα και καταλαβαίνει ότι η αιτία του κακού και της κόλασης που ζει είναι το τραγικό ατύχημα («Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού - τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται, η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοίμηση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίας ούτε εν ταις ευτυχίαις της!»). Συναισθάνεται, λοιπόν, το μαρτύριό της και προσπαθεί να τη βοηθήσει.

Β2. Η μητέρα έχει ήδη αποκαλύψει το μυστικό που βαραίνει τη συνείδησή της. Οι υιοθεσίες αποτελούν υποκατάστατα και ικανοποιούν τη λαχτάρα που είχε η μητέρα για κορίτσια(ψυχολογικός λόγος)· με αυτές η μητέρα προσπαθεί να καταπνίξει τις τύψεις της και μέσω αυτών επιτυγχάνεται η εξιλέωση(ηθικός λόγος). Γι’ αυτό ισχυρίζεται ότι και η Κατερινιώ είναι «παίδεψι», αλλά της προσφέρει «παρηγοριά και ελαφροσύνη». Για την Δεσποινιώ όσο πιο ανάξιο είναι το παιδί που μεγαλώνει, όσα βάσανα της προσθέτει, τόσο πιο εύκολα τη γλιτώνει από τις τύψεις της. Τα βάσανα που βιώνει με το μεγάλωμα των ανάξιων παιδιών αποτελούν δοκιμασία για εκείνη· μια δοκιμασία που της στέλνει ο θεός, ώστε να πληρώσει την αμαρτία της και τελικά, να εξιλεωθεί (Γιατὶ ὅσο περισσότερο τυρρανηθῶ καὶ χολοσκάσω, τόσο 'λιγώτερο θὰ μὲ παιδέψῃ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ παιδὶ 'ποὺ πλάκωσα).

Γ. Η οπτική γωνία της αφήγησης εξαρτάται από την απόσταση που παίρνει ο αφηγητής τόσο από τα γεγονότα όσο και από τα πρόσωπα της αφήγησης. Όταν, λοιπόν, ο αφηγητής βγαίνει έξω από αυτά, τα αντιμετωπίζει και τα καταγράφει σε τρίτο πρόσωπο ως παντογνώστης αφηγητής, τότε πρόκειται για εξωτερική οπτική γωνία.  Όταν αντίθετα, κι αυτό συμβαίνει στο «Αμάρτημα της μητρός μου», ο αφηγητής συμμετέχει στα δρώμενα, πρωταγωνιστεί και μας αφηγείται μόνο όσα γνωρίζει, εκείνη τη στιγμή της εξέλιξης του μύθου, τότε η οπτική γωνία είναι εσωτερική. Ο αφηγητής εστιάζει, σ’ αυτή την περίπτωση, με άλλα λόγια απομονώνεται στη συγκεκριμένη στιγμή δράσης και μας μεταφέρει μονάχα τα βιώματα και τις πληροφορίες που γνώριζε τότε και όχι όσες απέκτησε στην πορεία.
    Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παραπάνω είναι η εκδικητική αντι-προσευχή. Ο αφηγητής-παιδί εκδικείται τη μητέρα του ζητώντας από τον πατέρα να πάρει τον ίδιο και όχι την αδελφή του (Ἔλα πατέρα -νὰ μὲ πάρῃς ἐμένα - γιὰ νὰ γιάνῃ τὸ Ἀννιῶ!). Ως ώριμος αφηγητής, ωστόσο, κατανοεί ότι η προσευχή αυτή κορύφωνε την απελπισία της μητέρας του και την πλήγωνε(Δέν ἠσθανόμην ὁ ἀνόητος ὅτι τοιουτοτρόπως ἐκορύφωνα τὴν ἀπελπισίαν της! Πιστεύω νὰ μ' ἐσυγχώρησεν. Ἤμην πολὺ μικρὸς τότε, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὴν καρδίαν της).
    Η εσωτερική οπτική γωνία δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να συμμετέχει πιο ζωντανά στο έργο. Γνωρίζει κι αυτός όσα ακριβώς ο αφηγητής τη στιγμή της δράσης. Αγωνιά, αισθάνεται, χαίρεται και λυπάται μαζί του. Ξετυλίγει μαζί του το κουβάρι της εξέλιξης. Έτσι, το έργο γίνεται πιο ενδιαφέρον και ο αναγνώστης μένει καθόλη τη διάρκειά του αιχμάλωτος της συμμετοχής του και της αγωνίας του για τη συνέχεια. Πέραν αυτού, διευκολύνεται και η διατήρηση του αινίγματος και του μυστηρίου, όπως στο εξεταζόμενο κείμενο, όπου ο τίτλος και μόνο λειτουργεί αινιγματικά. Είναι χαρακτηριστική η επίδραση που έχει στο παιδί η προσευχή της μητέρας. Μόλις την ακούει να προσφέρει ένα από τα άλλα της παιδιά για να διατηρηθεί στη ζωή η Αννιώ, εκείνος αρχίζει να τρέμει, φρίττει και τρέχει, πιστεύοντας ότι τον κυνηγά ο «θάνατος».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η εξωτερική οπτική γωνία όσο και η εσωτερική γίνονται αντιληπτές και από τη γλώσσα. Ο αφηγητής, όταν αξιολογεί ως ώριμο αφηγητής τα γεγονότα, χρησιμοποιεί τη λόγια γλώσσα, ενώ, όταν συμμετέχει στα δρώμενα(εσωτερική οπτική γωνία), χρησιμοποιεί τη δημοτική, διανθισμένη με στοιχεία της τοπικού ιδιώματος της Αν. Θράκης.

Δ. Μορφή: πρόκειται για ποίημα ρομαντικής εμπνεύσεως και δεν μπορεί να συγκριθεί με το διήγημα.

Περιεχόμενο: α) η αγάπη μητέρας και πατέρα, β) η αγάπη του πατέρα στο γιο του, γ) η γνώμη του κόσμου για τα παιδιά και την τύχη τους, δ) η ανάγκη της μητρικής στοργής από το παιδί, ε) η ανάγκη του παιδιού και της μητέρας με το νεκρό πατέρα, στ) η απουσία του πατέρα,

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 1

ΘΕΜΑΤΑ

ΟΜΑΔΑ Α
Α.1.1. Να αποδώσετε το νόημα των παρακάτω όρων:
(α) αγροτική μεταρρύθμιση.  
(β) Γραφεία Ανταλλαγής πληθυσμών.
(γ) Πρώτο Παγκόσμιο Πανποντιακό Συνέδριο.   
Μονάδες 12

Α.1.2.Να αντιστοιχίσετε τα πρόσωπα της Στήλης Α με τις ενέργειες ή τις θέσεις που κατείχαν της Στήλης Β.

ΣΤΗΛΗ Α
ΣΤΗΛΗ Β
(α) Μουσταφά Κεμάλ.
1. Πρότεινε συνεργασία με Κούρδους και Αρμένιους εναντίον του εθνικού κινήματος του Κεμάλ.
(β) Πρίγκιπας Γεώργιος.
2. Ηττήθηκε στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.
(γ) Μητροπολίτης Αμάσειας Γερμανός Καραβαγγέλης.
3. Αρχηγός του ρωσικού κόμματος.
(δ) Ελ. Βενιζέλος.
4. Συμφωνία φιλίας και συνεργασίας με Μπολσεβίκους.
(ε) Ανδρέας Μεταξάς.
5. Παραιτήθηκε από το αξίωμα του Αρμοστή στις 12 Σεπτεμβρίου 1906.  
Μονάδες 10

Α.2.1. Ποια παράπονα εξέφραζαν οι πρόσφυγες για την αντιμετώπισή τους από το ελληνικό κράτος;
Μονάδες 14

Α.2.2. Ποιες ήταν οι αιτίες που συνετέλεσαν στην πνευματική άνθηση του Πόντου και επέτρεψαν τον ελληνοκεντρικό του προσανατολισμό;
Μονάδες 14

ΟΜΑΔΑ Β
Γ. Αξιοποιώντας τα ακόλουθα κείμενα και λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές σας γνώσεις, να παρουσιάσετε τους κύριους πολιτικούς στόχους της Κοινωνιολογικής Εταιρείας και του Λαϊκού Κόμματος.
Μονάδες 25

Η Κοινωνιολογική Εταιρεία δεν δημιουργήθηκε ως κόμμα, οπωσδή­ποτε όμως αποσκοπούσε να προπαγανδίσει πολιτικούς στόχους και να προετοιμάσει την ίδρυση κόμματος. Σύμφωνα με το καταστατικό, σκοπός του συλλόγου δεν ήταν μόνο να ευνοήσει φιλοσοφικές, κοι­νωνιολογικές και οικονομικές μελέτες και να εκλαϊκεύσει τα αποτελέ­σματά τους, αλλά να δραστηριοποιηθεί ώστε να αναγνωριστεί «στην πράξη» η αρχή της ισότητας των ευκαιριών για όλα τα μέλη της κοινωνίας κατά την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Αυτή η αρχή δεν μπορούσε να επιβληθεί παρά μόνο με τη σταδιακή αναμόρφωση της οικονομίας και της συνταγματικής τάξης: με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τη διανομή των αγαθών σύμφωνα με τις ανάγκες. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος ήταν «απαραίτητος η οργάνωσις του εργαζομένου λαού εις οικονομικούς συνεταιρισμούς και εις ίδιον πολιτικόν κόμμα».

G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936,
εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004,τόμος  Β', σελ. 846.

Στα μέσα του 1910 οι Κοινωνιολόγοι ίδρυσαν το Ελληνικόν Λαϊκόν Κόμμα. [...] Πιο διακριτά σε σύγκριση με το 1909 προέβαλλαν τώρα τα χαρακτηριστικά μιας νέας κοινωνίας και ενός νέου συντάγματος: ύψιστος σκοπός του κράτους ήταν να εξασφαλίσει ισότητα ευκαιριών για την ανάπτυξη του ατόμου, και το σκοπό αυτό θα υπηρετούσε ο σταδιακός περιορισμός της εκμετάλλευσης, η δικαιότερη διανομή των αγαθών, η κρατικοποίηση επιχειρήσεων με ιδιαίτερη σημασία για την κοινωνία.

 G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936,
εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004,τόμος  Β', σελ. 848-849.

Δ. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των πηγών που ακολουθούν και την αφήγηση του σχολικού βιβλίου να προσδιορίσετε τους λόγους που ανάγκασαν τις Μεγάλες Δυνάμεις να αναζητήσουν πολιτική λύση για την εξομάλυνση της κρίσης στην Κρήτη(1905) και εξηγήστε το σκεπτικό της υποχώρησης του Ελ. Βενιζέλου στο ζήτημα της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα.
Μονάδες 25

Απόρρητη έκθεση τον Βρετανού προξένου Graves Μάρτιος 1903
«Είναι βέβαιο ότι η δημοτικότητα και το κύρος τον Ύπατου Αρμοστή σε ολό­κληρη τη χώρα καθιστά περιττή την κάθοδο από την υψηλή θέση του στο βόρβορο της προσωπικής πολιτικής, εφόσον η ομογνωμία στο νησί γύρω από το θέμα της ενώσεως με την Ελλάδα είναι απόλυτη. Είναι δύσκολο να διακρί­νει κάποιος τον υψηλό σκοπό, ο οποίος είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί με τον στιγματισμό μιας μερίδας πολιτικών ως προδοτών της εθνικής υποθέσεως και με την υπονόμευση επομένως της κρητικής ομοφωνίας στην οποία η Α.Β.Υ. έχει, ως τώρα, τόσο έντονα επιμείνει».

Ιστοριά του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ', σελ. 203-204

Ο Βενιζέλος εκθέτει τις απόψεις του στους συντρόφους του 22-05-1905
"Και τώρα τι πρέπει να πράξωμεν; Χρειάζεται σταθερότης και θάρρος αλλά συγχρόνως και φρόνησις. Φρόνησις και επιδεξιότης περί την διαχείρισιν του ζητήματός μας. Αι Δυνάμεις κατηγορηματικώς διά της τελευταίας διακοινώσεώς των εδήλωσαν ότι αδυνατούν να παράσχουν την Ένωσιν. Νομίζετε ότι ημείς πρέπει να περιφρονήσωμεν την δήλωσιν αυτήν και να εμμείνωμεν εις το κήρυγμα της πλήρους, της τυπικής ενώσεως; Έχω την γνώμην ότι δεν πρέπει να κάμωμεν αυτό. Είναι δυστυχώς δι’ ημάς παραδεδεγμένον το δόγμα της ακεραιότητος της Τουρκίας. Αι Δυνάμεις, συνεπώς, επ’ ουδενί λόγω ημπορούν να επιτρέψουν την πλήρη προσάρτησιν, την κατά τύπους και ουσίαν, της Κρήτης εις την Ελλάδα. Τί πρέπει λοιπόν ημείς να πράξωμεν; Δεν νομίζετε ότι έχομεν καθή­κον, παραβλέποντες τους τύπους, να επιζητήσωμεν την ουσίαν; Εάν κατορθώσωμεν να επιτύχωμεν την κατ’ ουσίαν ένωσιν με την Ελλάδα, εάν ως μόνον δείγμα της τουρκικής επικυριαρχίας αφεθή εις την Κρήτην μία σημαία της, δεν είναι το ίδιο πράγμα, ωσάν να επιτύχωμεν την πλήρη ένωσιν; Αυτό νομίζω ότι οφείλομεν να πράξωμεν. Τοιουτοτρόπως ημπορούμεν να έχωμεν χιλίας ελ­πίδας ότι θα επιτύχωμεν. Διότι ενώ κατά βάθος επιμένομεν εις το κήρυγμα της ενώσεως, αφ’ ετέρου δεν προκαλούμεν τας Δυνάμεις..."».

Εμ. Θεοδωράκη, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως εθνικός ηγέτης,
Χανιά, 1996, εκδ. Σμυρνιωτάκη,  σελ. 41

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 1

Γ. Βιζυηνός
«Το αμάρτημα της μητρός μου»
πφερον λοιπν κα κατ τς πομνας νκτας τς φρικισεις κενας μετ ναγκαστικς στωικτητος κα ξετλουν προθμως τ καθκοντ μου, προσπαθν ν καταστ σον τ δυνατν ρεσττερος.
ναπτον πρ, φερον νερν κα σκοπιζα τν κκλησαν, ταν το καθημεριν. Τς ορτς κα Κυριακς, κατ τν ρθρον, χειραγγουν τν δελφν μου, ν σταθ κτω π τ εαγγλιον, τ ποον νεγγνωσκεν λειτουργς π τς ραας Πλης. Κατ τν λειτουργαν, πλωνα χαμα τ χρμι, π το ποου πιπτεν σθενς πρμυτα, δι ν περσουν τ για π πνω της. Κατ δ τν πλυσιν, φερον τ προσκφαλν της νπιον τς ριστερς το ερο θρας, δι ν γονατζ π' ατο, ς πο ν ξεφορσ παππς πνω της κα ν τς σταυρσ τ πρσωπον μ τν Λγχην, ψιθυρζων τ “Σταυρωθντος σου Χριστ, νηρθη τυραννς, πατθη δναμις το χθρο, κτλ.
Κα ες λα τατα μ παρηκολοθει πτωχ μου δελφ μ τν χρν κα μελαγχολικν της ψιν, μ τ ργν κα ββαιον βμα της, λκουσα τν οκτον τν κκλησιαζομνων κα προκαλοσα τς εχς ατν πρ ναρρσες της· ναρρσεως, τις δυστυχς ργει ν πλθ.
π' ναντας, γρασα, τ ψχος, τ σνηθες κα, μ τ να, φρικαλον τν ν τ να διανυκτερεσεων δν ργησαν ν πιδρσουν βλαβερς π τς σθενος, τς ποας κατστασις ρχησε ν μπνέῃ τρα τος σχτους φβους.
μτηρ μου τ ννησε, κα ρχησε, κα ν ατ τ κκλησίᾳ ν δεικνύῃ θλιβερν διαφοραν πρς πν ,τι δν το ατ σθενς. Δεν νοιγε τ χελη της πρς οδνα πλον, ε μ πρς τν ννι κα πρς τος γους, σκις προσηχετο.
Μαν μραν τν πλησασα παρατρητος, ν κλαιε γονυπετς πρ τς εκνος το Σωτρος.
- Πρε μου ποιο θλεις, λεγε, κα φησ μου τ κορτσι. Τ βλπω πς ενε γι ν γν. νθυμθηκες τν μαρταν μου κα βλθηκες ν μο πρς τ παιδ, γι ν μ τιμωρσς. Εχαριστ σε, Κριε!
Μετ τινας στιγμς βαθεας σιγς, καθ' ν τ δκρυ της κοοντο στζοντα π τν πλακν νεστναξεν κ βθους καρδας, δστασεν λγον, κα πειτα πρσθεσεν
- Σο φερα δο παιδι μου στα πδια σου... χρισ μου τ κορτσι!
ταν κουσα τς λξεις τατας, παγερ φρικασις διτρεξε τ νερα μου κα ρχησαν τ ατα μου ν βοΐζουν. Δν δυνθην ν' κοσω περιπλον. Καθ' ν στιγμν εδον, τι μτηρ μου, καταβληθεσα π φοβερς γωνας, πιπτεν δρανς π τν μαρμρων, γ ντ ν δρμω πρς βοθειν της, πωφελθην τν εκαιραν ν φγω κ τς κκλησας, τρχων ς ξαλλος κα κβλλων κραυγς, ς ἐὰν πελει ν μ συλλβ ρατς ατς θνατος.
Ο δντες μου συνεκροοντο π το τρμου, κα γ τρεχον, κα κμη τρεχον. Κα χωρς ν τ ννοσω, ερθην ξαφνα μακρν, πολ μακρν τς κκλησας. Ττε στθην ν πρω τν ναπνον μου, κ' τλμησα ν γυρσω ν δ πσω μου. Κανες δν μ' κυνγει.
ρχησα λοιπν ν συνρχωμαι λγον κατ' λγον, κα ρχησα ν συλλογζομαι.
νεκλεσα ες τν μνμην μου λας τς πρς τν μητρα τρυφερτητας κα θωπεας μου. Προσεπθησα ν νθυμηθ μπως τς πταισα ποτ, μπως τν δκησα, λλ δν δυνθην. πεναντας ερισκον, τι φ' του γεννθη ατ δελφ μας, γ, χι μνον δν γαπθην, πως θ τ πεθμουν, λλ τοτ' ατ παρηγκωνιζμην λονν περισστερον. νθυμθην ττε, κα μο φνη τι νησα, διατ πατρ μου συνεθιζε ν μ νομζη τ δικημνο του. Κα μ πρε τ παρπονον κα ρχησα ν κλαω. ! επον, μητρα μου δν μ γαπ κα δν μ θλει! Ποτ, ποτ πλον δν πηγανω ες τν κκλησαν! Και διηυθνθην πρς τν οκαν μας, περλυπος κα πηλπισμνος.
μτηρ μου δν ργησε ν μ κολουθσ μετ τς σθενος. πειδ ερες, στις, ταραχθες π τν κραυγν μου, μβκεν ες τν κκλησαν, ταν εδε τν σθεν, συνεβολευσε τν μητρα μου ν τν μετακομσ.


γ κουον, κα φηνα τ δκρυα μου ν ρωσι σιγαλ, λλ δν τλμων ν κινηθ. Αφνης σθνθην εωδαν θυμιματος!
- ! επον, πθανε τ καϋμνο τ ννι μας! -Και τινχθην π τ στρμα μου.
Ττε ερθην νπιον παραδξου σκηνς.
σθενς νπνεε βαρως, πως πντοτε. Πλησον ατς το τοποθετημνη νδρικ νδυμασα, καθ' ν τξιν φορεται. Δεξιθεν σκαμνον σκεπασμνον μ μαρον φασμα, π το ποου πρχε σκεος πλρες δατος κα κατρωθεν δο λαμπδες ναμμναι. μτηρ μου γονυπετς θυμαζε τ' ντικεμενα τατα προσχουσα π τς πιφανεας το δατος.
Φανεται τι κιτρνισα π τν φβον μου. Διτι ς μ εδεν, σπευσε ν μ καθησυχσ.
- Μ φοβεσαι, παιδκι μου, μ επε μυστηριωδς, εναι τ φορματα το πατρς σου. λα, παρακλεσ τον κα σ ν λθ ν γιατρψ τ ννι μας.
Και μ βαλε ν γονατσω πλησον της.
- λα πατρα -ν μ πρς μνα - γι ν γιν τ ννι! -νεφνησα γ διακοπτμενος π τν λυγμν μου. Κα ρριψα π τς μητρς μου παραπονετικν βλμμα, δι ν τ δεξω πς γνωρζω, τι παρακαλε ν' ποθνω γ ντ τς δελφς μου. Δν σθανμην νητος τι τοιουτοτρπως κορφωνα τν πελπισαν της! Πιστεω ν μ' συγχρησεν. μην πολ μικρς ττε, κα δν δυνμην ν ννοσω τν καρδαν της.
Μετ τινας στιγμς βαθεας σιγς, θυμασεν κ νου τ πρ μν ντικεμενα, κα πστησεν λην ατς τν προσοχν π το δατος, τ ποον ερσκετο ες τ π το σκαμνου ερχωρον σκεος.
Αφνης μικρ χρυσαλς, πετξασα κυκλικς π' ατο, γγισε μ τ πτερ της, κα τραξεν λαφρς τν πιφνειν του.
μτηρ μου κυψεν ελαβς κα καμε τν σταυρν της, πως ταν διαβανουν τ για ν τ κκλησίᾳ.
- Κμε τ σταυρ σου, παιδ μου! ψιθρισε, βαθως συγκεκινημνη κα μ τολμσα ν ψσ τ μματα.
γ πκουσα μηχανικς.
ταν μικρ κενη χρυσαλς χθη ες τ βθος το δωματου, μτηρ μου νπνευσεν, σηκθη λαρ κα εχαριστημνη, κα - πρασεν ψυχ το πατρα σου! - επε, παρακολουθοσα εστι τν πτσιν το χρυσαλιδου μ βλμματα στοργς κα λατρεας. πειτα πιεν π το δατος κα δωκεν κα ες μ ν πω.


Κα εχαμε πι τν ννιν τ μτια μας. Κα ζολευες σ, κα γεινες το θανατ π τ ζολια σου.
πατρας σου σ λεγε τ δικημνο του, γιατ σ' πκοψα πολ 'νωρς, κα μ' μλωνε καμμι φορ, γιατ σ 'παραμελοσα. Κ' μνα καρδι μου ρργιζε, 'σν σ' βλεπα ν χαλνς. Μ, λα πο δν μποροσα ν' φσω τν ννι π τ χρια μου! φοβομην πς κθε στιγμ 'μπορε ν τς συμβ τποτε. Κα πατρας σου μακαρτης, σο κα ν 'μλωνε κ' κενος, τν θελε πι ν μ στξ κα τν βρξ!
Μ κενο τ ελογημνο, σο περισστερα χδια, τσο λιγτερην γεα. λεγες πς μετνοιωσεν Θες γιατ μς τ δωκε. σες σασθε κκκινα κκκινα, κα ζωηρ κα σερπετ. κενο, συχο κα σιγαν κα ρρστιρικο! ταν τ βλεπα τσι χλωμ χλωμ, μο ρχετο ες τν νο μου τ πεθαμνο, κα δα πς γ τ θαντωσα ρχησε ν 'ξανακυριεύῃ μσα μου. ς πο μιν μρα πθανε κα τ δετερο!
ποιος δν τ δοκμασε μοναχς του, παιδ μου, δν 'ξερει τ πικρ ποτρι ταν κενο. λπδα ν κνω λλο κορτσι δν ταν πλον. πατρας σου εχ' ποθνει. ν δν ερσκετο νας γονις ν μ χαρσ τ κορτσι του, θελα πρω τ βουν ν φγω.
λθεια πο δν βγκε καλγνωμο. Μ σο τ εχα κα τ ‘κδευα κα τ 'κανκευα, θαρροσα πς τ εχα 'δικ μου, κα 'ξεχνοσα 'κενο πχασα, κ' μρωνα τη συνεδησ μου.
Καθς τ λγ' λγος, ξνο παιδ 'ναι παδεψι. Μ γι μνα παδεψι ατ εναι παρηγορι κ' λαφροσνη. Γιατ σο περισστερο τυρρανηθ κα χολοσκσω, τσο 'λιγτερο θ μ παιδψ Θες γι τ παιδ 'πο πλκωσα.
Γι' ατχς τν εχ μου- μ μ γυρεεις ν διξω τρα τν Κατερινι γι ν πρω να παιδ καλγνωμο κα προκομμνο.
- χι, χι, μητρα! νκραξα διακψας ατν κραττως. Δν γυρεω τποτε. στερα π' σα μ' φηγθης, σ ζητ συγχρησι δι τν σπλαγχναν μου. Σε πσχομαι ν' γαπ τ Κατερινιν τν δελφ μου, κα ν μ τς επω τποτε πλον, τποτε δυσρεστο.
- τσι νχς τν εχ το Χριστο κα τς Παναγας! Επεν μτηρ μου ναπνεσασα. Γιατ, βλπεις, τνεσε καρδι μου τ πολλακαμμνο, κα δν θλω ν τ κακολογονε. 'Ξρω κ' γ, μαθς; Τς Τχης τανε; το Θεο τανε; Τσο κακ κα νεπιδξια πο εναι -τν 'πρα στ λαιμ μου, τελεωσε.
κμυστρευσις ατη καμε βαθυττην π' μο ντπωσιν. Τρα μο νογησαν ο φθαλμο, κα κατλαβα πολλς πρξεις τς μητρς μου, α ποαι πτε μν φανοντο ς δεισιδαιμονα, πτε δ ς ατχρημα μονομανας ποτελσματα. Τ φοβερν κενο δυστχημα πηρασε τσον πολ τν βον της λον, σ μλλον πλ κα νρετος κα θεοφοβουμνη τον μτηρ μου. συνασθησις το μαρτματος, θικ νγκη τς ξαγνσεως κα τ δνατον τς ξαγνσεως ατο φρικτ κα μελικτος Κλασις! π εκοσιοκτ τρα τη βασανζεται τλαινα γυν χωρς ν δυνηθ ν κοιμσ τν λεγχον της συνειδσες της, οτε ν τας δυστυχαις οτε ν τας ετυχαις της!
φ' ς στιγμς μαθον τν θλιβερν της στοραν, συνεκντρωσα λην μου τν προσοχν ες τ πς ν' νακουφσω τν καρδαν της, προσπαθν ν παραστσω ες ατν φ' νς μν τ προμελτητον κα βολητον το μαρτματος, φ' τρου δ τν κραν το Θεο εσπλαγχναν, τν δικαιοσνην ατο, τις δν νταποδδει σα ντ σων, λλ κρνει κατ τος διαλογισμος κα τς προθσεις μας. Κα πρξεν καιρς καθ' ν πστευον, τι α προσπθεια μου δν μειναν νεπιτυχες.

 
ΘΕΜΑΤΑ

Α. Στο αφηγηματικό έργο του Βιζυηνού είναι έντονη επίδραση τόσο της γενέθλιας γης, όσο και της φαναριώτικης και ευρωπαϊκής παιδείας του. Μπορεί να επιβεβαιωθεί η παραπάνω άποψη μέσα από τα παραπάνω αποσπάσματα;
15 μονάδες

Β1. Ο αφηγητής αισθάνεται ένοχος καθώς βιώνει μέσα του τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη για την αδελφή του και την πίκρα για τη στέρηση της μητρικής στοργής. Σε ποια σημεία του κειμένου φαίνεται η σύγκρουση;
20 μονάδες

Β2. Γιατί η μητέρα θεωρεί την «παίδεψι» από την Κατερινιώ «παρηγοριά και ελαφροσύνη»;
20 μονάδες

Γ. Ποια είναι η οπτική γωνία της αφήγησης και πώς λειτουργεί στην πρόσληψη του έργου από τον αναγνώστη;
20 μονάδες

Δ. Αφού μελετήσετε το ποίημα του Γ. Βιζυηνού, «Επί του τάφου του πατρός μου», να το συγκρίνετε με το διήγημα του Βιζυηνού ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του.
25 μονάδες

Επί του τάφου του πατρός μου

Ξύπνα, πατέρα! χαραυγ
τ
ν οραν χρυσώνει,
 κι
᾿  λη ξυπν μαύρη γ.
Ξύπνα κα
σ μ τν Αγή, ν᾿ κούσουμε τ᾿ ηδόνι.
Εναι τ νειρο μακρ
πο βλέπεις ατο πέρα;
Κοιμήθηκες, κι
᾿ μουν μικρό,
κι
᾿ ς ν τελείωση τ πικρό, τράνεψα, πατέρα!
Θυμσαι; Μ᾿ κλεψες φιλ
μι
᾿μέρα παιχνιδιάρη,
κα
μ᾿ επες - φτερο πουλί,
χρειάζεσαι καιρ
πολ ν γένης παλλικάρι. –

ρθ᾿ καιρός. Νμαι τρανό!
 Διέ με, καλ
πατέρα,
Σο ᾿τράνεψα· μά... ρφανό!
Στ
δρόμο, ᾿πού συχν περν, μ επανε μι ᾿μέρα.

-Περν τ δόλιο τ᾿ ρφανό!
γνώρισε πατέρα!
ν χασε τρι χρον!
- Μοιάζει σ
ν ρημο πτηνό! - ς τ χαρ μητέρα!

Πές μου, πατέρα, τν αγή,
᾿πού καίει τ λιβάνι
μάνα κα μυρολογε,
μυρωδι περν τ γ; ᾿Μπορε ν σ ζεστάνη;

Τ βράδυ πώρχομαι γοργ
Μ ᾿φώναζες ν κοιμηθ
στ
σπλαχνικ πλευρό σου.
- λα, μικρό, ν ζεσταθ. -
Κι
᾿ γ πετοσα ν χωθ στν κόρφο τ γλυκό σου.